Πόσο καλός είν’ ο Θεός για τον Ισραήλ,

για όσους έχουν καθαρή καρδιά!

2 Ωστόσο θα κλονίζονταν, παρά λίγο,

τα πόδια μου·

λίγο ακόμη και θα γλίστραγαν τα βήματά μου.

3 Γιατί τους αλαζόνες ζήλεψα,

την ευτυχία βλέποντας των ασεβών.

4 Αυτοί δεν δοκιμάζουν λύπες!

Κι είναι όλο υγεία κι ευεξία το σώμα τους.

5 Οι μόχθοι των θνητών

σ’ εκείνους δεν υπάρχουν·

σκληρά δεν τιμωρούνται

καθώς οι άλλοι άνθρωποι.

6 Για τούτο στο λαιμό τους

σαν περιδέραιο φορούν την έπαρση·

και σαν χιτώνας τούς σκεπάζει η αδικία.

7 Απ’ την αναισθησία πηγάζει η κακία τους

και φαίνονται οι αμαρτωλές επιθυμίες της καρδιάς τους.

8Ειρωνεύονται τους άλλους, εγκωμιάζουν το κακό,

με αναίδεια μιλάνε κι απειλητικά.

9 Ως και τους ουρανούς τούς έπιασαν στο στόμα τους,

κι η γλώσσα τους τη γη σαρώνει.

10 Για τούτο ξεστρατίζει του Θεού ο λαός

και σ’ αυτούς βρίσκει

ικανοποίηση η δίψα τους.

11 Και λένε: «Πώς θα το ξέρει ο Θεός;»

Κι ακόμη λένε: «Τάχα λαβαίνει γνώση ο Ύψιστος;»

12 Να, αυτοί είναι οι ασεβείς

και οι αιώνια αμέριμνοι:

Αυξάνουνε σε δύναμη.

13 Άραγε άσκοπα καθάρισα, Κύριε, την καρδιά μου

κι έπλυνα τα χέρια μου

για να δείξω την αθωότητά μου;

14 Τιμωρημένος ήμουν κάθε μέρα·

και παιδευόμουν τα πρωινά.

15 Αν συλλογιόμουν: «Θα μιλήσω σαν κι αυτούς»,

τη γενιά τότε των παιδιών σου

θα την πρόδινα.

16 Προσπάθησα το θέμα αυτό να το σκεφτώ

και να το καταλάβω,

αλλά στα μάτια μου φαινόταν πράγμα δύσκολο·

17 ωσότου μπήκα στο άγιο του Θεού

και κατανόησα ποιο θα είν’ το τέλος τους.

18 Αχ, τους έβαλες, αλήθεια, σ’ έδαφος ολισθηρό,

τους έκανες να πέσουν σε ερείπια.

19 Πώς έγιναν σε μια στιγμή συντρίμμια!

Χάθηκαν κι είχαν τέλος τρομερό.

20 Σαν τ’ όνειρο που χάνεται στο ξύπνημα,

έτσι θα εξαφανίσεις, Κύριε, την εικόνα τους,

όταν θα επέμβεις.

21 Όσο καιγόταν η καρδιά μου,

και στα νεφρά μου πόνοι μ’ έσφαζαν,

22 ήμουν ανόητος

και τίποτα δεν καταλάβαινα·

στεκόμουνα μπροστά σου σαν το ζώο.

23 Ωστόσο, εγώ πάντα κοντά σου βρίσκομαι

και με κρατάς απ’ το δεξί μου χέρι.

24 Με τις δικές σου συμβουλές με οδηγείς,

κοντά στη δόξα σου με παίρνεις.

25 Ποιον άλλον έχω, αν όχι εσένανε, στον ουρανό;

Τι άλλο ακόμα να ποθήσω πάνω στη γη

αφού έχω εσένα;

26 Η σάρκα μου εξαντλήθηκε, το ίδιο κι η καρδιά μου

μα της καρδιάς μου βράχος

και μερίδα μου, ο Θεός

για τους αιώνες θα ’ναι.

27 Γιατί να, καταστρέφονται

όσοι από σένα ξεμακραίνουν·

τους εξοντώνεις όλους αυτούς

που σου είναι άπιστοι.

28 Αλλά εγώ, να προσηλώνομαι στο Θεό,

αυτή ’ναι η ευτυχία μου·

την ελπίδα μου απόθεσα στον Κύριο και Θεό,

όλα για να εξιστορώ τα θαυμαστά σου τα έργα.

Εμφανίσεις: 1195