1 Αλίμονο σ’ εσένα πόλη, όπου βρίσκεται το θυσιαστήριο του Θεού, πόλη όπου στρατοπέδευσε ο Δαβίδ! Άσε τα χρόνια να κυλούν και γιόρταζε τον κύκλο των εορτών σου. 2 Εγώ θα σου φέρω θλίψη, κι άλλο δε θα ’ναι εκεί παρά θρήνος και στεναγμός. Θα γίνεις πραγματικά εστία φωτιάς του θυσιαστηρίου για μένα. 3 Εγώ ο ίδιος θα στρατοπεδεύσω ολόγυρά σου· θα σε πολιορκήσω με χαρακώματα και θα υψώσω εναντίον σου πύργους πολιορκητικούς. 4 Τότε θα πέσεις τόσο χαμηλά, που η φωνή σου θα μοιάζει να ’ρχεται απ’ τα βάθη της γης, πνιγμένη θα φτάνει μέσα απ’ το χώμα, θ’ ακούγεται σαν τη φωνή φαντάσματος· κι ο λόγος σου σαν ψίθυρος θα βγαίνει μέσα απ’ τη γη.
5 Αλλά σαν σύννεφο σκόνης θα γίνουν τα πλήθη αυτών που σε περικυκλώνουν, σαν άχυρο στον άνεμο οι φοβερές ορδές αυτών που σου επιτίθενται. Κι αυτό θα γίνει ξαφνικά, μέσα σε μια στιγμή. 6 Θα σε επισκεφθώ εγώ, ο Κύριος του σύμπαντος, με βροντή, με σεισμό και ήχο δυνατό, με κυκλώνα, με θύελλα και φλόγα καταστροφικής φωτιάς. 7 Τότε σαν όνειρο, σαν όραμα νυχτερινό, θα διαλυθεί το πλήθος των εθνών που θα βαδίσουν ενάντια στην πόλη όπου βρίσκεται το θυσιαστήριό μου· ναι, το πλήθος όλων εκείνων που θα πολεμήσουν ενάντια σ’ αυτήν και στα οχυρά της, και θα την κυκλώσουν.
8 Ο πεινασμένος ονειρεύεται πως τρώει, αλλά ξυπνάει με άδειο το στομάχι· ο διψασμένος ονειρεύεται πως πίνει, αλλά ξυπνάει εξαντλημένος, με το λαρύγγι του στεγνό. Έτσι θα γίνει με το πλήθος των εθνών που εκστρατεύουν ενάντια στ’ όρος Σιών.

9 Συμπεριφερθείτε σαν ανόητοι και θα γίνετε ανόητοι· συμπεριφερθείτε σαν τυφλοί και θα γίνετε τυφλοί! Είστε μεθυσμένοι, αλλά χωρίς κρασί· τρικλίζετε, αλλά όχι από ποτό μεθυστικό. 10 Γιατί ο Κύριος σας αποκοίμισε· έκλεισε τα μάτια σας, δηλαδή τους Βλέποντες, σκέπασε τα κεφάλια σας, δηλαδή τους Βλέποντες.
11 Όλα τα προφητικά οράματα έγιναν για σας σαν ένα σφραγισμένο βιβλίο, που το δίνουν σ’ έναν που ξέρει ανάγνωση και του λένε: «Διάβασέ το»· κι εκείνος απαντάει: «Δεν μπορώ, γιατί είναι σφραγισμένο». 12 Ή δίνουν το βιβλίο σ’ έναν που δεν ξέρει ανάγνωση και του λένε: «Διάβασέ το»· κι εκείνος απαντάει: «Δεν ξέρω ανάγνωση».
13 Ο Κύριος λέει: «Ο λαός αυτός με το στόμα του με πλησιάζει, και με τα χείλη του με τιμάει, ενώ η καρδιά του βρίσκεται μακριά από μένα· με σέβονται σύμφωνα με ανθρώπινες εντολές που έχουν μάθει. 14 Γι’ αυτό θα συνεχίσω να κάνω στο λαό αυτόν έργα θαυμαστά, ώστε η σοφία των σοφών του να χαθεί και η σύνεση των συνετών του να εξαφανιστεί».
15 Αλίμονο σ’ εκείνους που κρύβουν τα σχέδιά τους από τον Κύριο, που κάνουν τα έργα τους στο σκοτάδι, και λένε: «Ποιος μας βλέπει; ποιος ξέρει τι κάνουμε τώρα;» 16 Τι διαστροφή! Μπορεί να εξισωθεί ο κεραμοποιός με τον πηλό; Μπορεί ένα έργο να πει γι’ αυτόν που το έφτιαξε: «Δεν μ’ έφτιαξε αυτός»; Ή ένα πήλινο δοχείο να πει για τον αγγειοπλάστη του: «Αυτός δεν ξέρει τι κάνει»;
17 Ακόμα λίγο κι ο Λίβανος θα μεταμορφωθεί σε καρποφόρο κήπο, κι ο καρποφόρος κήπος σε δάσος. 18 Τότε θ’ ακούσουν οι κουφοί τα λόγια του βιβλίου, και βγαίνοντας απ’ την ομίχλη και το σκοτάδι τα μάτια των τυφλών θα δουν. 19 Κι όλο και περισσότερο θα χαίρονται οι ταπεινοί κοντά στον Κύριο, οι φτωχοί θα ευφραίνονται για τον Άγιο Θεό του Ισραήλ. 20 Τότε θ’ αφανιστεί ο τύραννος και θα εξολοθρευτεί ο χλευαστής· θα εξοντωθούν όλοι οι κακόβουλοι, 21 αυτοί που με τα λόγια τους φέρνουν την καταδίκη, στην πύλη στήνουνε παγίδα στο δικαστή και με ψευτιές τη δικαίωση του αθώου εμποδίζουν.
22 Για τούτο να τι λέει στους απογόνους του Ιακώβ ο Κύριος, αυτός που λύτρωσε τον Αβραάμ: «Από ’δω κι εμπρός ο λαός του Ιακώβ δεν πρόκειται πια να ντροπιαστεί, ούτε ποτέ να τρομοκρατηθεί· 23 γιατί όταν δουν οι απόγονοι του Ιακώβ τα έργα που εγώ θα κάνω ανάμεσά τους, θα λατρέψουν εμένα. Θα λατρέψουν τον Άγιο Θεό του Ιακώβ, θα φοβηθούν το Θεό του Ισραήλ. 24 Εκείνοι που το πνεύμα τους πλανήθηκε, θα μάθουν σύνεση· κι εκείνοι που αντιλέγουν θα δεχτούν τη διδαχή».

Εμφανίσεις: 54